Η σταθερά του Ναβαρίνου - Η Ευρώπη στη σύγχρονη Ελλάδα

Ο καθηγητής Κέβιν Φέδερστοουν προσκεκλημένος ομιλητής εκδήλωσης του ΟΠΑ αφιερωμένης στη φετινή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης


Επιμέλεια: Κλεονίκη-Κέλλυ Καραγκούνη, Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό, ΟΠΑ

  Ο Καθηγητής Kevin Featherstone

Εορτάζοντας τη συμπλήρωση 200 ετών από την Επανάσταση του 1821, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών διοργάνωσε άλλη μία εκδήλωση που προσέλκυσε έντονο ενδιαφέρον. Έτσι, το απόγευμα της 1ης Ιουνίου πλήθος διαδικτυακών επισκεπτών είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια διάλεξη (στην αγγλική γλώσσα) με τίτλο «Europe in Modern Greece: the Constant Navarino» του καθηγητή Κέβιν Φέδερστοουν , ο οποίος είναι κάτοχος της Έδρας Ελευθέριος Βενιζέλος και καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών και Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο του London School of Economics & Political Science (LSE). Ακολούθησε συζήτηση με τον Γιώργο Παγουλάτο, καθηγητή Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του ΟΠΑ και γενικό διευθυντή του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Ο διακεκριμένος καθηγητής της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω:

«Η “Ευρώπη” υπήρξε σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη του νεοελληνικού έθνους-κράτους. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε εξαρχής ότι η Ελλάδα –από την εποχή των Περσικών Πολέμων και μετά– έδωσε στην Ευρώπη πολλές από τις μεταγενέστερες πολιτιστικές αξίες της.

Ας αναλογιστούμε τώρα τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη στη σύγχρονη περίοδο, διερευνώντας τι έχει δώσει η Ευρώπη στην Ελλάδα. Η Ευρώπη, ως εξωτερική “άλλη”, δόμησε μεγάλο μέρος της αναπτυξιακής πορείας της χώρας. Σε μερικούς από τους δεσμούς της σύγχρονης Ελλάδας με την Ευρώπη μπορούμε κάλλιστα να ανιχνεύσουμε μια σταθερά που χρονολογείται από τη ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827.

Αυτή η σταθερά περιλαμβάνει τις Μεγάλες Δυνάμεις εκείνης της εποχής, που συνεργάζονταν τακτικά για να προσδιορίσουν τη μοίρα της Ελλάδας, υλοποιώντας μια παρέμβαση που θα της επέτρεπε να ευδοκιμήσει και να ευημερήσει. Βέβαια, το κίνητρό τους ήταν το στρατηγικό τους συμφέρον – πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η κανονιστική επίδραση του φιλελληνισμού.

Το περικείμενο του Ναβαρίνου αντικατοπτρίζεται στις εικόνες της Ελλάδας τον 19ο αιώνα κατά τις κρίσεις χρέους της. Ωστόσο, η κανονιστική βούληση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους να μιμηθεί έναν “εκσυγχρονισμό”, όπως ορίστηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, εμποδίστηκε από μια στρατηγική ανικανότητα να το πράξει πλήρως – γεγονός που θεωρείται το αντίστροφο της ευρωπαϊκής προσέγγισης στην Ελλάδα.

Με αυτή την αναντιστοιχία μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, η επιδίωξη της Ελλάδας “να προλάβει ώστε να μη μείνει πίσω” μοιάζει με ένα ατελές ψυχολογικό δράμα.

Σήμερα η Ελλάδα καθορίζει την έλλειψη ολοκλήρωσης της Ευρώπης.

Πριν από μερικά χρόνια, σε μία άλλη περίσταση, αναφέρθηκα στους δεσμούς της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένδειξη της στρατηγικής αξιοποίησης ενός εξωτερικού περιορισμού (vincolo esterno). Ένας Ιταλός τεχνοκράτης, ο Γκουίντο Κάρλι, είχε υποστηρίξει ότι η οικονομική πρόοδος της Ιταλίας από το 1949 στηριζόταν σε αυτά τα “εξωτερικά δεσμά” με την Ευρώπη.

Θα ήθελα λοιπόν να θέσω ορισμένους προβληματισμούς σχετικά με το γιατί απαιτείται ένα νέο είδος ευρωπαϊκού εξωτερικού περιορισμού για την Ελλάδα σήμερα. Δεν είναι βέβαιο ότι κράτη-μέλη όπως η Ελλάδα μπορούν να επιτύχουν επαρκείς μεταρρυθμίσεις χωρίς η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναπτύξει νέους μηχανισμούς παρέμβασης και στήριξης. Αυτοί οι μηχανισμοί, φυσικά, θα πρέπει να υπερβούν τη μορφή της τρόικας κατά την πρόσφατη κρίση χρέους – παραμένει ακόμα ασαφές αν ο νέος ευρωπαϊκός Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα είναι μια πνοή αλλαγής από αυτή την άποψη.

Όπως σωστά δήλωναν διαχρονικά οι φιλέλληνες, η Ελλάδα όρισε την “Ευρώπη”. Μπορούμε όμως να προσθέσουμε ότι σήμερα η Ελλάδα καθορίζει την έλλειψη ολοκλήρωσης της Ευρώπης –τα όρια της ικανότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δράσει– και αυτό μπορεί να επιφέρει κρίσιμα συνεπακόλουθα».