Οι κρίσεις των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και η αποτελεσματικότητα του εποπτικού ελέγχου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις
 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΕΩΡΓΟΥΤΣΟY ,
Καθηγητή του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ

 

Οι πρόσφατες κρίσεις σε ΗΠΑ και Ελβετία ανέδειξαν την αδυναμία του θεσμικού πλαισίου που διέπει την ασφάλεια του τραπεζικού συστήματος. Διαπιστώθηκε για ακόμη μια φορά ότι χωρίς τη καταλυτική και ad hoc παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών και του Δημοσίου, το τραπεζικό σύστημα δεν έχει την ικανότητα διαχείρισης και επίλυσης της κρίσης εκ των έσω. Χαρακτηριστικά, την εβδομάδα της κρίσης, 6-12/3/2023, ο δανεισμός από τη κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε σε $ 153 δισ. όταν τη προηγούμενη εβδομάδα ήταν $ 10 δισ. και στην παγκόσμια κρίση της περιόδου 2007-08 είχε ανώτατη τιμή τα $ 110 δισ.  Στην Ελβετία από την άλλη μεριά, η απορρόφηση της Credit Suisse από την UBS κατέστη δυνατή μετά από τη παροχή εγγυήσεων από τη Κεντρική κυβέρνηση που μπορούν να δημιουργήσουν δυνητικές υποχρεώσεις που ανέρχονται στο 14% του ΑΕΠ της Ελβετίας.

Μετά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-08 ακολούθησε μια εκτεταμένη αναθεώρηση του εποπτικού πλαισίου λειτουργίας των Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΠΙ). Μία βασική στόχευση των νέων μέτρων ήταν αφενός η επαναφορά της εμπιστοσύνης των επενδυτών στο τραπεζικό σύστημα και η διόρθωση προβλημάτων ηθικού κινδύνου έτσι ώστε οι στρατηγικοί εταίροι (stakeholders) των τραπεζών να συμμετέχουν στο κόστος των λανθασμένων επιλογών τους (πολιτική bail-in).

Συνεπώς, δημιούργησε έκπληξη η μεγάλη νευρικότητα που επίδειξαν οι κεφαλαιαγορές στα πρόσφατα επεισόδια, με την ουσιαστική πτώχευση τριών τραπεζών στις ΗΠΑ και της Credit Suisse (CS) στην Ελβετία. Η έκπληξη ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν αναλογιστούμε ότι οι τράπεζες των ΗΠΑ ήταν μεσαίου μεγέθους και με ιδιαιτερότητες όσον αφορά την έκθεση τους σε συγκεκριμένους κλάδους, ενώ η CS είχε βαρύ ιστορικό χρόνιων προβλημάτων. Ο δείκτης «S&P 550 banks» («Euro Stoxx banks») έπεσε από 350 (118 ) μονάδες στις 3/3/2023, κάτω από τις 300 (105) στις 13/3/2023 και παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα των αρχών του Μαρτίου μέχρι σήμερα.

Οι άνθρωποι πάντα θα προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον και να εκτιμούμε  τους κινδύνους στους οποίους είμαστε εκτεθειμένοι

Ποια είναι λοιπόν η αιτία που πυροδοτεί, όλο και συχνότερα, τον φόβο έκθεσης σε μια γενικευμένη κατάρρευση, δηλαδή την εκδήλωση του συστημικού κινδύνου; Γιατί οι εποπτικές αρχές δεν μπορούν να αναπτύξουν μέτρα πρόβλεψης επερχόμενων κρίσεων έτσι ώστε τα ΠΙ να πάρουν τις κατάλληλες προβλέψεις και να μην είναι αναγκαία η διάσωση από τις κεντρικές τράπεζες και το κράτος;

 Είναι γνωστό ότι τα ΠΙ είναι ευάλωτα σε κρίσεις ρευστότητας λόγω της υψηλής τους μόχλευσης (εξάρτησης από ξένα κεφάλαια) και της μεγάλης απόκλισης ανάμεσα στη χρονική διάρκεια των απαιτήσεών τους από εκείνη των υποχρεώσεών τους. Άρα, σε περιόδους κρίσης, η απόσυρση των καταθέσεων θα αναγκάσει τα ΠΙ να ρευστοποιήσουν τις απαιτήσεις τους και να μειώσουν τη χορήγηση δανείων, δηλαδή να προχωρήσουν σε από-μόχλευση. Η αδυναμία αυτή έχει αντιμετωπιστεί με τη παροχή εγγυήσεων από το κράτος για τη διασφάλιση των καταθέσεων και τη δέσμευση των κεντρικών τραπεζών να δανείσουν όση  ρευστότητα είναι αναγκαία. Επιπλέον, οι εποπτικές αρχές εφαρμόζουν αυστηρούς κανόνες για το ελάχιστο ύψος κεφαλαιακής επάρκειας, και ρευστότητας πρόσφατα, έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται το κοινωνικό σύνολο από αστοχίες των ΠΙ.

 

Εποπτικές αρχές και διαχείριση κρίσεων

Η πολιτική των εποπτικών αρχών για τη διαχείριση των κρίσεων βασίζεται στην πεποίθηση ότι η έκθεση σε κινδύνους μπορεί να μετρηθεί, άρα μπορούν να ληφθούν και τα κατάλληλα μέτρα όπως είναι το ελάχιστο αποδεκτό ύψος κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη διότι προϋποθέτει ότι γνωρίζουμε τις πηγές των κινδύνων, ότι είναι μετρήσιμοι και ότι η διαμόρφωσή τους είναι εξωγενής ως προς τις αποφάσεις εκείνων που συμμετέχουν στη λειτουργία των κεφαλαιαγορών.  Προφανώς, δεν είναι δυνατό στατιστικά να μετρήσουμε την έκθεση σε ένα κίνδυνο όταν η εξέλιξη του είναι συνάρτηση της αντίδρασή μας. Η αντίδραση αυτή  μπορεί να προκύπτει από τους μηχανισμούς των αγορών ή από καθαρά ψυχολογικούς παράγοντες.

Στη πρώτη περίπτωση κυρίαρχη σημασία έχει αποκτήσει η παροχή πιστώσεων, ανάμεσα σε εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, με χρήση εξασφαλίσεων (collateral) που, κατά κανόνα, αφορούν επιλέξιμα αξιόγραφα. Μια εξωγενής διαταραχή που οδηγεί σε μείωση της αξίας των αξιογράφων, θα ενεργοποιήσει την απαίτηση για παροχή επιπλέον εξασφαλίσεων για τη κάλυψη του αρχικού δανείου ή ακόμη μπορεί και να οδηγήσει σε άρνηση των επενδυτών να ανανεώσουν τη πίστωση στο ΠΙ. Σε αυτή τη περίπτωση η μόνη επιλογή που μένει στο ΠΙ είναι η από-μόχλευση του χαρτοφυλακίου. Εφόσον το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν πολλά ΠΙ θα οδηγηθούμε σε κατάρρευση των αγορών με ενδογενώς ανατροφοδοτούμενες αντιδράσεις και πιθανότατα σε ύφεση της οικονομίας. Συμπερασματικά, η επίπτωση μιας εξωγενούς διαταραχής είναι συνάρτηση της αλληλεξάρτησης των θέσεων και του προκαλούμενου «συντονισμού» των αντιδράσεων των συμμετεχόντων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να υπάρξει αδυναμία μέτρησης της έκθεσής μας σε κινδύνους λόγω της ψυχολογίας των επενδυτών. Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν δύο τύποι επενδυτών˙ εκείνοι που πουλούν (αγοράζουν) όταν ανέβουν (πέφτουν) οι αγορές και εκείνοι που ακολουθούν τη τάση, δηλαδή αγοράζουν στη άνοδο και πουλάνε στη πτώση. Η ομαλή λειτουργία των αγορών εξασφαλίζεται από τη ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς του δύο τύπους. Όμως στις κρίσεις, η δεύτερη κατηγορία, που ακολουθεί τη τάση, επικρατεί με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας ενδογενούς δυναμικής στη διαμόρφωση των κινδύνων. Η απαίτηση των εποπτικών αρχών για τη εφαρμογή κοινών κανόνων στη μέτρηση και αντιμετώπιση των κινδύνων απλά αυξάνει το βαθμό ομοιόμορφης αντίδρασης και συνεπώς ενδογένειας του προβλήματος.

Οι εποπτικές αρχές έχουν προσπαθήσει, πρόσφατα, να μετριάσουν την έκθεση στους  ενδογενείς κινδύνους με μια σειρά μέτρων που όμως δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη βάση του. Η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος απειλείται λόγω της διαρκώς αυξανόμενης διασύνδεσής του με τις κεφαλαιαγορές / χρηματαγορές και το «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα. Η αποκοπή του από αυτές δεν είναι εφικτή από τη στιγμή που οι χρηματοδότες (καταθέτες) των τραπεζών έχουν την δυνατότητα επένδυσης, εναλλακτικά, των κεφαλαίων τους στις αγορές κεφαλαίου και οι δανειζόμενοι μπορούν να αντλήσουν χρηματοδότηση απευθείας από τις αγορές.  

Οι άνθρωποι πάντα θα προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον και να εκτιμούμε  τους κινδύνους στους οποίους είμαστε εκτεθειμένοι. Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία για τις εποπτικές αρχές είναι να ακολουθούν κανόνες που έχουν αποδείξει τη διαχρονική τους αξία, όπως ότι οι κίνδυνοι δημιουργούνται στις ομαλές περιόδους και απλά εκδηλώνονται στους περιόδους κρίσεων. Για παράδειγμα, οι πολιτικές χαμηλών επιτοκίων για μεγάλες χρονικές περιόδους οδήγησαν, σε όλες τις μεγάλες συστημικές κρίσεις των τελευταίων 30 ετών, σε επενδυτικές πολιτικές ο κίνδυνος των οποίων εκδηλώθηκε όταν τα επιτόκια αυξήθηκαν.

Συμπερασματικά, η σταθερότητα της συστήματος μπορεί τελικά να εξασφαλιστεί μόνο με την εμπλοκή των κεντρικών τραπεζών και του Δημοσίου. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι το ενεργητικό τόσο της Federal Reserve Bank αλλά και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχουν αυξηθεί σχεδόν οκτώ φορές από το 2007 μέχρι σήμερα. Οι παρεμβάσεις όμως αυτές πρέπει να περιορίζονται σε μικρά χρονικά διαστήματα έτσι ώστε να μη στρεβλώνεται η σωστή αποτίμηση των κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το εχέγγυο δηλαδή για την αποτελεσματική του λειτουργία.