Εισαγωγή φυσικού αερίου

Μέσα στο 2010 ολοκληρώθηκε η μετάβαση του συστήματος θέρμανσης του Πανεπιστημίου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε το 2008. Πραγματοποιήθηκε μελέτη για την εκτίμηση μείωσης των ρύπων που παράγονται από τη λειτουργία του Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε δημόσιος διαγωνισμός για τη μελέτη και κατασκευή του εσωτερικού δικτύου, και υπογράφηκε σύμβαση με την Εταιρεία Φυσικού Αερίου για εξωτερικό δίκτυο.

Η μετάβαση από το πετρέλαιο θέρμανσης στο φυσικό αέριο αποτελεί το σημαντικότερο έργο που υλοποιήθηκε για τη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος του ΟΠΑ. Πέρα από την εξοικονόμηση του λειτουργικού κόστους, έχει σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη λόγω της χαμηλότερης έντασης εκπομπών του φυσικού αερίου σε αέρια θερμοκηπίου (Greenhouse Gasses - GHGs), το σημαντικότερο από τα οποία είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CO2). H μέση ετήσια κατανάλωση πετρελαίου του κεντρικού κτηρίου του ΟΠΑ ανήρχετο σε 202.000 lt (ή ισοδύναμα 2.111.668 kWh). Με το νέο σύστημα, οι εκπομπές CO2 ανά ΜJ (Mega Joule) από καύση φυσικού αερίου είναι μικρότερες περίπου κατά 27% από τις αντίστοιχες εκπομπές του πετρελαίου, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια μείωση εκπομπών σε περίπου 210 τόνους CO2. Η μείωση αυτή καταδεικνύει με ακρίβεια τη θετική πορεία της πολιτικής του ΟΠΑ στο γενικότερο πλαίσιο των στόχων του Κιότο για μείωση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Από πλευράς ετήσιου κόστους λειτουργίας, μια ένδειξη του αναμενόμενου ετήσιου οικονομικού οφέλους για το ΟΠΑ από την αλλαγή του καυσίμου θέρμανσης μπορεί να ληφθεί από το γεγονός ότι το ετήσιο κόστος για πετρέλαιο θέρμανσης για το κεντρικό κτήριο (περιλαμβάνοντας τις πτέρυγες Αντωνιάδου και Δεριγνύ) ανήρχετο σε €91.000, ενώ το ισοδύναμο ετήσιο κόστος φυσικού αερίου εκτιμάται σε €82.400 σημειώνοντας διαφορά που αντιστοιχεί σε ποσοστό μείωσης περίπου 10%.

Το ποσοστό αυτό είναι βέβαια ήδη σημαντικά μεγαλύτερο, αφού το τελευταίο μεγάλο διάστημα η τιμή του πετρελαίου ακολουθεί αδιάκοπα ανοδική πορεία.